Να ‘ρθεις

   Κουράστηκα να μην σε βλέπω και να προσποιούμαι ότι περνάω καλά μακριά σου. Κουράστηκα να ζηλεύω αυτούς που μπορούν να σε έχουν κάθε μέρα. Κουράστηκα να προχωράω μπροστά σε εφήμερους ανθρώπους και χλιαρά συναισθήματα. Κουράστηκα να ξυπνάω και να βλέπω ότι δεν είσαι  εδώ.

    Και τα μηνύματα ; Πόσο υποκριτικά ; Τι να σου κάνει μια οθόνη όταν δεν μπορείς να αγγίξεις τον άλλον; Όχι , δεν θέλω κανένα μήνυμά σου , εσένα θέλω να ΄ρθεις. Φτάνει , κατάλαβα. Ήταν αρκετή η απουσία σου για να εκτιμήσω τη παρουσία σου και να παραδεχτώ ότι μου λείπεις.

  Τη φαντασιώνομαι καιρό αυτή τη νύχτα που θα ΄σαι εδώ. Τη σχεδιάζω και αφήνω ελεύθερο το μυαλό μου να ζωγραφίζει φανταστικούς διαλόγους και εικόνες.

  Να ΄ρθεις και να τα πούμε όλα. Να ξεθάψουμε τα συναισθήματά μας και να μιλήσουμε αληθινά. Δεν θα καταφέρεις να ξεγλιστρήσεις , δεν θα σ΄αφήσω να φύγεις ξανά χωρίς μια κουβέντα.

  Η τάση σου να σιωπάς , ας σταματήσει. Θέλω να μιλήσεις. Πρέπει να μάθω επιτέλους γιατί έφυγες; ένιωσες όπως ένιωθα ή τα πέταξες όλα σε κανένα κουτί πίσω πίσω στο μυαλό σου;

  Καμία απάντηση δεν θα με παρηγορήσει. Μόνο λύτρωση ζητάω για αυτά που με βαραίνουν. Να νιώσω την αλήθεια στα λόγια σου και αν είναι να κλείσει αυτός ο κύκλος μας , ας κλείσει με ειλικρίνεια.

 Να ΄ρθεις έστω για τελευταία φορά , να αφήσουμε τις ψυχές μας να ανταμώσουν , όπως τότε που γνωρίστηκαν , γυμνές και ήταν γεμάτες χαρά.

  Δεν θέλω να σε μπερδέψω. Εξάλλου , για σένα γράφω. Προσπαθώ να κρυφτώ αλλά δεν μπορώ , δεν  σε έχω  ξεπεράσει ακόμα. Μη με κρίνεις , αλλά οι άνθρωποι που αγαπήσαμε βαθιά δεν ξεπερνιούνται μωρό μου , γιατί οι άνθρωποι δεν είναι εμπόδια για να τα ξεπεράσουμε.

  Και ας μου λένε όλοι να σε αφήσω πίσω , όταν σε αγάπησα δεν άκουσα κανέναν. Εγώ θα μένω εδώ . να περιμένω τη νύχτα που θα΄ρθεις και θα μου πεις «Μου έλειψες».

Πόση μοναξιά να αντέξεις; 

Νιώθεις μόνος σου αλλά ξεχνάς ότι και ο αετός μόνος του πετάει. Γυρίζεις σπίτι χωρίς να ξέρεις πόσο θα μείνεις. Νυχτώνει και περιμένεις τι θα φέρει το επόμενο πρωί. Όλη μέρα σε τρώνε οι δρόμοι και το βράδυ οι σκέψεις.

  Μια πόλη τόσος κόσμος , ο ένας δίπλα στον άλλον και ταυτόχρονα όλοι τόσο μακρυά. Πόση μοναξιά να αντέξεις σ΄αυτό το κόσμο ; Πόσο να αντέξει η καρδία χωρίς να αγαπά;

  Γνωρίζεις τόσους ανθρώπους και καταλήγεις να βαδίζεις μόνος. Και όταν πια σβήσουν τα φώτα ψάχνεις να βρεις εκείνην , εκείνην που με το χαμόγελό της θα καταλαγιάσεις το πόνο σου. Όμως είναι αργά πια. Θυμάσαι ακόμα εκείνο το βράδυ.Ένα βράδυ διαφορετικό απ΄τα άλλα. Προτιμήσατε το σκοτάδι. Μόνοι να περπατάτε και να ονειρεύεστε.

  Σου λέγε πως σ΄αγαπούσε πολύ και εσύ αδιαφορούσες. Θύμωνες και τη θεωρούσες υπερβολική. Σου ΄κανε παράπονα και νευρίασες. Την άφησες πίσω μόνη να κλαίει και έφυγες. «Πρόσεχε » σου φώναξε και όταν συνέρχεσαι την παίρνεις αγκαλιά και βάφεσαι με το αίμα της. «Σ΄αγαπώ» ψυθιρίζεις και δακρύζεις. Μα δεν σ΄ακούει πια. Τη μία ορκίζεσαι να μην ξανά αγαπήσεις και την άλλη σε βρίσκει το πρωί βυθισμένο σε ερωτηματικά. Αυτά που σε βασανίζουν απάνθρωπα.

  Βουρκώνεις. Αυτά τα υπέροχα καστανά μάτια δεν σε κοιτούν πια. Βλέπεις ότι όλα όσα έκανες ήταν λάθος , αυτή σου έδωσε πολλά και για σένα δεν ήταν αρκετά.

   Και τώρα μένεις εδώ μόνος σου στο σκοτάδι με το τσιγάρο να σιγοκαίει και ο καπνός να φτιάχνει τη μορφή της. Δεν θα πάψεις να τη σκέφτεσαι. Θα παλεύεις με την ελπίδα ότι μια μέρα θα ξανά βρεθείτε και θα της πεις όσα δεν πρόλαβες.

  Γιατί όσα βράδια και αν περάσουν , με όσες άγνωστες και αν κοιμηθείς κάθε νύχτα οι δικές της κουβέντες θα σου ξεσκίζουν τη ψυχή. Τα δικά της μάτια θα θυμάσαι να κλαίνε για ΄σένα.

  Και όταν ξημερώνει θα την ευχαριστείς που σε έμαθε να είσαι καλύτερος άνθρωπος και θα περιμένεις να σε συγχωρήσει.

«Εφυγε»

Έδωσε λίγο από το σώμα του για να πάρει όλη τη ψυχή σου.Ήρθε στη ζωή σου και τη διέλυσε.Πήρε ότι ήθελε και ξέφυγε σαν έρωτας φτηνός , από αυτούς που δεν σέβονται και σαν σάρκα γεύονται τη ψυχή. 

  Νόμιζες , πίστεψες , τόλμησες και όταν ήσουν έτοιμη να παραδοθείς  , έλειπε. Έφυγε και αυτός , όλοι φεύγουν. Έτσι είναι , λέμε «φύγε» σε ανθρώπους που θέλουμε να μείνουν περισσότερο , αλλά δεν έπρεπε να μείνει άλλο και τα πρέπει τέτοιες στιγμές είναι πιο δυνατά από τα θέλω. 

 Σε πόνεσε , εξάλλου. Οι φλέβες σου δεν τον άντεξαν , κύλησε σαν ποτάμι από τη πηγή του και τα μάτια σου πλημμύριζαν δάκρυα. 

 Έπρεπε να μάθεις να βιώνεις το πόνο , να προχωράς και να απαγκιστρώνεσαι. Έπρεπε να αδειάσεις για να ξανά γεμίσεις , να αφήσεις για να ξανά πάρεις. 

   Σε κάθε αντίο άλλωστε κρύβεται ένα σιωπηλό «καλώς ήρθες «.  

Το παραμύθι σου

     Είναι ένα σωρό πράγματα που με έκαναν να μουντζουρώσω τόσο χαρτί μέχρι  να πάρω το θάρρος να παραδεχτώ ότι όση αγάπη και να δώσεις σε έναν άνθρωπο δε σημαίνει ότι θα μάθει να σε αγαπάει.

    Όλοι ψάχνουν , σ΄όλη τη ζωή τους , να βρουν τον έρωτα , μα δεν βρίσκουν τίποτα.δεν ξέρω γιατί. Και δεν θα καταλάβω ποτέ.Ίσως γιατί να μη ψάχνουν σωστά.Ίσως γιατί στέκονται σε έναν έρωτα ψυχρό , όπου μόνος σου φοβάσαι , μόνος σου χάνεις τον ύπνο σου και μόνος σου παραδίνεσαι. Ίσως γιατί αυτό που θέλουν πραγματικά και είναι το μαζί , το βαφτίζουν με λάθος λέξη.

     Και έρχεται η ώρα να μιλήσεις για το δικό σου παραμύθι.Από το πως άρχισες , πώς αγάπησες και πως ματώθηκες.Άλλωστε , και η ζωή είναι τόσο μικρή που αναρωτιέται κανείς αν αξίζει να την αρχίσει. Μικρή σαν το παραμύθι σου , να μοιάζει με αστραπή , που μέχρι να βρεις τη πηγή της έχει ήδη καεί. Τότε θα μυρίζεις εκείνον , εκείνον που σε έκαψε ή σε οδήγησε στο να βάλεις φωτιά σε όλα.

     Πάντα σκεφτόσουν τι χρειαζόταν εκείνος και χαιρόσουν όταν ήταν καλά ανεξάρτητα αν θα παρέμενε δίπλα σου. Δεν ζήτησες ελεημοσύνες , ξαφνικά να νοιαστεί  , γιατί το μόνο που σε ενδιέφερε ήταν η αγάπη σου για αυτόν. Ξέχασες ποια είσαι , παραμέρισες τα θέλω σου και παραδόθηκες σε αυτόν μέχρι τέλος.

    Σε ένα τέλος , ματωμένο από πληγές όπου έψαχνες και εσύ κάποιον να ακουμπήσεις τη ψυχή σου , να ξεκουραστεί. 

    Πονούσες και ποτέ δεν μίλησες. Πάντα τα κατάφερνες μόνη σου , σωστά ; Δεν έκανες και αλλιώς , δεν γινόταν και αλλιώς. Όλα για εκείνον πουθενά εσύ. 

     Αλλά εγώ θα σου θυμίσω και την αρχή , τότε που ήσουν ο εαυτός σου χωρίς τίποτα από εκείνον. Τότε που δεν είχες ανάγκη να ανήκεις κάπου και προχωρούσες μπροστά χωρίς να σε ενδιαφέρει αυτός που άφησες πίσω γιατί όταν έφευγες εσύ κανείς δεν νοιάστηκε.